- καταχώνω
- κατάχωσα, καταχώστηκα και καταχώθηκα, καταχωσμένος και καταχωμένος, χώνω κάτι βαθιά στο χώμα ή αλλού: Τις κατάχωσε τις πατάτες.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
καταχώνω — (AM καταχώννυμι και καταχωννύω, Μ και καταχώνω) χώνω κάποιον ή κάτι βαθιά μέσα στη γη ή αλλού, κατακαλύπτω κάποιον ή κάτι με σωρό χώματος ή άλλου υλικού, θάβω (α. «εις κάθε στήθος ένα μαχαίρι στέκεται καταχωσμένον», Κάλβ. β. «ἐν τῇ ψάμμῳ... ὁ… … Dictionary of Greek
ακατάχωστος — η, ο [καταχώνω] αυτός που δεν έχει καταχωστεί, δεν έχει σκεπαστεί με χώμα … Dictionary of Greek
εγκατορύσσω — ἐγκατορύσσω και ττω (Α) θάβω, καταχώνω … Dictionary of Greek
κατάχωση — ἡ (AM κατάχωσις, ώσεως) [καταχώνω] το χώσιμο ενός πράγματος βαθιά μέσα στη γη, θάψιμο, καταχώνιασμα … Dictionary of Greek
καταχανάς — ο (Μ καταχανάς) κακοποιό δαιμόνιο, βρικόλακας νεοελλ. μτφ. 1. άπληστος άνθρωπος 2. εφιάλτης. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ίσως < *κατα χωνάς με αφομοίωση < καταχώνω] … Dictionary of Greek
καταχωνιάζω — 1. χώνω βαθιά, κατακαλύπτω με χώμα, θάβω 2. κρύβω, εξαφανίζω («πού τό καταχώνιασες πάλι το βιβλίο μου;») 3. καταπίνω, καταβροχθίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού καταχώνω κατά τα ρ. σε ιάζω, κατά το σχήμα πληγ ώνω: πληγ ιάζω. Κατ άλλη άποψη <… … Dictionary of Greek
καταχώ — καταχῶ, όω (Α) 1. καταχώνω* 2. μτφ. καλύπτω, επισκιάζω, αποκρύπτω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + χῶ «χώνω»] … Dictionary of Greek
καταχώννυμι — (AM) βλ. καταχώνω … Dictionary of Greek
ξεχωνιάζω — 1. σκάβω βαθιά τη γη, ανασκάπτω 2. ανασύρω κάτι βαθιά χωμένο στο έδαφος 3. (κατ επέκτ.) αποκαλύπτω κάτι καλά κρυμμένο («πού πήγες και τό ξεχώνιασες πάλι αυτό το βιβλίο;»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ξεχώνω κατά τα ρ. σε ιάζω (πρβλ. καταχωνιάζω: καταχώνω)] … Dictionary of Greek
κουκουλώνω — κουκούλωσα, κουκουλώθηκα, κουκουλωμένος 1. σκεπάζω. 2. καταχώνω, θάβω. 3. συγκαλύπτω κακή πράξη, αποσιωπώ. 4. παντρεύω … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)